Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

THE DICTATOR -Κριτική (Ή πως η χυδαιότητα αμαυρώνει την εξυπνάδα)


Το θερινό σινεμά προϋποθέτει ανάλαφρη ταινία-κανείς από όσους έχουμε μείνει να εργαζόμαστε το κατακαλόκαιρο στην πόλη δεν επιθυμούμε κάποιο βαθυστόχαστο αργόσυρτο ντοκιμαντέρ ή ένα ψυχολογικό δράμα. Η κωμωδία συνίσταται συνεπώς για χαλάρωση τέτοιες μέρες -αν δε καταφέρνει να κεντρίσει και το ενδιαφέρον με ένα έξυπνο μήνυμα ή γεννώντας προβληματισμούς τότε παρέμβαση τότε ο συνδυασμός δείχνει ιδανικός. Με αυτά κατά νου έπεισα τη σύντροφό μου να παρακολουθήσουμε στο θερινό σινεμά της πόλης την τελευταία ταινία του προκλητικού αλλά έξυπνου Sacha Baron Cohen. Όταν τα φώτα άναψαν κάτω από τον έναστρο ουρανό μετά την παράσταση η γεύση ήταν μάλλον μέτρια. Μία ταινία που απογειώνονταν από πολλές και έξυπνες ιδέες, σκηνές και ερμηνείες καθηλώνονταν από ισάριθμες αστοχίες. Και εξηγούμαι αναλυτικά:
Η ΠΛΟΚΗ ΕΝ ΣΥΝΤΟΜΙΑ: Ο επί χρόνια δικτάτορας μίας φανταστικής μεσανατολικής χώρας (που παραπέμπει έντονα στην Λιβύη του Καντάφι) πηγαίνει στη Νέα Υόρκη για να μιλήσει στην ετήσια συνέλευση του ΟΗΕ. Μία αυλική συνωμοσία όμως θα τον αναγκάσει να μείνει άγνωστος μεταξύ αγνώστων στην αμερικανική μητρόπολη και θα τον φέρει σε επαφή με μία άλλη Αμερική που καμία σχέση δεν έχει με το “μεγάλο Σατανά” που έχει στο μυαλό του.
ΤΑ ΘΕΤΙΚΑ:
-Οι ερμηνείες: από αυτή του πρωταγωνιστή έως του τελευταίου κομπάρσου. Λίγο υπερβολικός ο Cohen, αλλά ο ρόλος του ταίριαξε γάντι, καθώς και ο χαρακτήρας των περισσότερων αληθινών δικτατόρων αραβικών χωρών δεν είναι λιγότερο παρανοϊκός, ενώ το ύφος απόλυτης φυσικότητας με την οποία ζητούσε τα πιο παράλογα πράγματα ή διέταζε την εκτέλεση κάποιου για γελοίες αφορμές ήταν πραγματικά απολαυστικό. Ο Ben Kingsley σαν δολοπλόκος θείος του απέδειξε πως μπορεί να παίξει τον κακό τόσο σε κωμωδία όσο και σε περιπέτεια, χωρίς η κακία του να στερείται χιούμορ αλλά και χωρίς να γίνεται καρτούν. Η Anna Faris εκπροσωπούσε επάξια την ιδέα που έχουμε για το αμερικανικό αριστερό κίνημα: τόσο αισιόδοξο που καταντά αφελές. Ο Jason Mantzoukas ως επικεφαλής του πυρηνικού προγράμματος της χώρας έφερνε στο νου τους Ιρανούς πυρηνικούς φυσικούς μιμούμενος ακόμα και την προφορά τους όταν μιλούν αγγλικά. Τέλος, σε ρόλους έκπληξη εμφανίζονται η Megan Fox και ο Ed. Norton.
-Οι ατάκες: κυριολεκτικά δολοφονικές σε πολλές στιγμές, αλλά γενικότερα “ψαγμένες”. Απαιτούσε μία αρκετά καλή εποπτεία του πολιτικού τοπίου στις ΗΠΑ και τη Μ Ανατολή καθώς και γνώσεις σύγχρονης ιστορίας και διεθνούς πολιτικής για να καταλάβει κανείς το βαθύτερο, φαρμακερό νόημα των λόγων των πρωταγωνιστών αλλά και για να αντιληφθεί τους παραλληλισμούς μεταξύ χαρακτήρων και καταστάσεων της ταινίας με την πραγματικότητα.
-Οι χαρακτήρες: υπερβολικοί, στα όρια της καρικατούρας αλλά αυτό δεν πρέπει να νοηθεί σαν μειονέκτημα. Ο ρόλος της σάτιρας είναι να παρουσιάζει καταστάσεις υπερβολικά και διογκωμένα, για να τραβήξει ακριβώς το ενδιαφέρον στα κακώς κείμενα.
-Ο λόγος που εκφωνεί ο “Δικτάτορας” στο τέλος, παρουσιάζοντας στο αμερικανικό κοινό τα “πλεονεκτήματα” της δικτατορίας έναντι της δημοκρατίας. Εδώ το πιο απίστευτο είναι πως αυτά ακριβώς τα “πλεονεκτήματα” που εξασφαλίζει στο λαό της χώρας του ο “Δικτάτορας” τα ίδια έχει πετύχει η “δημοκρατία” στις ΗΠΑ, γεννώντας σοβαρό προβληματισμό για το επίπεδο της όντως δημοκρατίας στις ΗΠΑ και τη Δύση γενικά.
-Η σάτιρα ακόμα και των “ταμπού” του πολιτικώς ορθού: ο Cohen δεν διστάζει να θίξει πολλούς από τους “ελέφαντες στο δωμάτιο” της σύγχρονης Δύσης, όπως η γκετοποίηση των μαύρων, η προκατάληψη σε βάρος κάθε Άραβα, η φθοροποιός δράση των εταιρειών πετρελαίου, οι υποκινούμενες επαναστάσεις (υπονοείται ξεκάθαρα πως η Αραβική Άνοιξη προκλήθηκε για τα συμφέροντα των πετρελαϊκών κολοσσών Ανατολής και Δύσης), η αφέλεια και αναποτελεσματικότητα κινημάτων όπως το “Occupy Wall Street” και οι δικοί μας “Αγανακτισμένοι”. Παρά το ότι πολλά σχόλια μπορεί να ενοχλήσουν δεν παύουν να προβληματίζουν. Επίσης, η ταινία δεν διστάζει να αναφερθεί ανοιχτά σε πρόσωπα: Ομπάμα, Τσέινι, Κιμ Ιλ Γιούνγκ, Αχμαντινετζάντ κλπ ακόμα και σταρ του Χόλιγουντ αναφέρονται και διακωμωδούνται με το όνομά τους.
-Τα σκετσάκια που προβάλλονται κατά τους τίτλους τέλους: άσχετα με το αν σας άρεσε η ταινία δείτε του τίτλους τέλους, θα σας ανταμείψουν για την υπομονή σας.

ΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΑ:
-Η πλοκή: απλοϊκή, σε σημείο που πείθομαι πως όλη η ενέργεια του σεναριογράφου αναλώθηκε στην επινόηση παλαβών καταστάσεων εν είδει φάρσας και στις ατάκες, αφήνοντας την ιστορία σε δεύτερη μοίρα. Αυτό δεν αποτελεί μειονέκτημα για όποιον παρακολουθεί την ταινία με στόχο να γελάσει με τις ατάκες και τα πολιτικά και άλλα σχόλια. Αλλά από τη στιγμή που η ταινία προβάλλεται σαν mainstream κωμωδία και όχι σαν κάτι εκλεκτικό (όπως π.χ το Borat) το σημείο αυτό ήθελε λίγο περισσότερη προσοχή κατά τη γνώμη μου.
-Το χονδροειδές σεξουαλικό χιούμορ: το κύριο μειονέκτημα της ταινίας, αρκετό για να εξανεμίσει πολλά πλεονεκτήματά της και για να της στερήσει ένα σοβαρό μέρους του κοινού της. Καταρχάς, η ανεπίτρεπτα κατά τη γνώμη μου η ταινία δεν είχε ηλικιακό όριο: υπήρχαν σκηνές εξαιρετικά τολμηρές, σχεδόν αρρωστημένες, με την προβολή σεξουαλικών διαστροφών που σε καμία περίπτωση δε θα έπρεπε να τις δουν παιδιά (και όμως ένα μέρους του κοινού ήταν κάτω των 15). Δεύτερον, το χιούμορ τέτοιου είδους και τέτοιας υποστάθμης δεν είχε καμία θέση στην πλοκή, που μπορούσε πολύ άνετα να εξελιχθεί χωρίς τα χοντροκομμένα και προσβλητικά αυτά στιγμιότυπα. Η μόνη δικαιολογία για την παρουσία αυτών των σκηνών είναι πως υπήρχαν για να προκαλέσουν το γέλιο σε όσους δεν αντιλαμβάνονταν το πολιτικό υπόβαθρό της ταινίας. Αλλά με εξαίρεση την “πιτσιρικαρία” -που και αυτή από ένα σημείο και πέρα κορέσθηκε- κανείς σοβαρός άνθρωπος, ακόμα και να δεν αντιλαμβάνονταν τις πολιτικές παρεμβάσεις, δεν θα δεχόταν να περάσει κοντά δύο ώρες στον κινηματογράφο μόνο για να γελάσει με τέτοια άκομψα αστεία.
ΣΥΝΟΨΗ: Αν δε σας σοκάρει η απόλυτη έλλειψη ηθικών αναστολών σε κάποιες στιγμές της και έχετε μία καλή επαφή με την πολιτική και ιστορική πραγματικότητα τότε η ταινία συνίσταται ανεπιφύλακτα. Αλλά και αν δεν “πιάσετε” όλες τις αναφορές και τα υπονοούμενα σε κάθε περίπτωση το αμείλικτο ερώτημα προβάλλει στο τέλος της ταινίας: Είναι δημοκρατία αυτό που έχει η Δύση; Και είναι εφικτή τελικά ακόμα και η πιο ελάχιστη Δημοκρατία στην Ανατολή;


Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Η ΕΘΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΘΕΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ- Το έθνος ποτέ δεν πεθαίνει


Είναι κοινός τόπος πως η οικονομική κρίση μας επαναφέρει πίσω, παλινορθώνοντας καταστάσεις, ιδεολογίες και απόψεις που τις νομίζαμε πως η χώρα είχε αφήσει πίσω της, για καλό ή για κακό. Μέσα σε αυτές ανήκει αναμφίβολα και η περί του έθνους φιλοσοφία και αναφορά: είτε αυτή προέρχεται από κόμματα της λαϊκής και της Άκρας Δεξιάς, της παραδοσιακής και επαναστατικής Αριστεράς αλλά και του βυθιζόμενου Κέντρου είτε από την ιστορικά εθναρχούσα και στο παρόν εθνολογούσα εκκλησία είτε από ποδοσφαιρικά συνθήματα έξαρσης κατά την διάρκεια αγώνων με σύμμαχες κατά τα άλλα χώρες (ο νοών νοείτω..). Πώς όμως εξελίχτηκε ιστορικά η έννοια του έθνους; Ποιοι ιστορικοί παράγοντες τη διαμόρφωσαν; Είχε διαχρονικά περισσότερο αρνητική η θετική επίδραση στην ανθρώπινη ιστορία;
Ιστορικά η έννοια του έθνους γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα. Η αντιπαράθεση με την πιο σημαντική αρχαία μεσανατολική αυτοκρατορία, την Περσία των Αχαιμενιδών, και την ιδέα της μοναρχίας που τείνει να γίνει κοσμοκρατορία ώθησε τους Έλληνες των ελεύθερων πόλεων κρατών να αντιπαραθέσουν την ιδεολογία της εθνικής ομάδας που συσπειρώνει και διαφοροποιεί τους Έλληνες από τους υπηκόους του Μεγάλου Βασιλιά. Η ιδεολογία του ελληνικού έθνους σε αυτή την πρώιμη φάση εδράζεται στο εμφανές χαρακτηριστικό της γλώσσας: όποιος μιλά ελληνικά είναι Έλληνας, οι άλλοι θεωρούνται εξορισμού βάρβαροι και υστερούν σε αντιπαράθεση με την ελληνική φυλή των κλασσικών χρόνων. Η αποτυχία των Ελλήνων σε πρώτη φάση να επιβληθούν ολοκληρωτικά στην αντίπαλη βαρβαρική αυτοκρατορία και η γνωριμία με άλλους λαούς θα οδηγήσει σε σταδιακή διεύρυνση της έννοια του έθνους: πλέον κάθε ένας που μετέχει της ελληνικής παιδείας (κατά τον Ισοκράτη) είναι Έλληνας. Η ελαστική αυτή αντίληψη του έθνους -που παρασάγγας απέχει από τον δύσκαμπτο ρατσιστικό σχεδόν εθνικισμό του 19ου και 20ου αιώνα -επέτρεψε στον ελληνισμό να διατηρήσει την πολιτιστική -αλλά όχι και την πολιτική- ενότητα του τεράστιου γεωγραφικά χώρου της αλεξανδρινής αυτοκρατορίας.
Συμπέρασμα πρώτο: η ιδέα του έθνους από τη γέννησή της προέβλεπε την ύπαρξη του άλλου, του τρίτου που δρα αντίθετα και πρέπει να αποκρουστεί, υλικά και ηθικά ή να αφομοιωθεί για να μην αποτελεί κίνδυνο. Παράλληλα όμως διαφυλάττει το άτομο από την υποταγή στις αυθαίρετες βουλήσεις του βασιλιά-δεσπότη.
Είναι φανερό πως με την παρακμή και την εξαφάνιση των ελληνιστικών κρατών η διάδοχη κατάσταση -δηλ, η ρωμαϊκή και μετέπειτα η βυζαντινή αυτοκρατορία -δεν μπορούσε να στηριχτεί παρά μόνο περιφερειακά στην αντίληψη του έθνους: η Ρώμη περιλάμβανε πληθυσμούς από όλα τα έθνη της Μεσογείου και κάθε υπόμνηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων τους συνιστούσε απειλή για την ενότητα και την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι έτσι θα θεμελιώσουν την ενότητα του κράτους τους στην υποταγή του εκάστοτε “θεϊκού αυτοκράτορα” ενώ κάθε εθνική επανάσταση συντρίβονταν με μεθόδους σημερινής εθνοκάθαρσης-χαρακτηριστικό παράδειγμα η ιουδαϊκή εξέγερση και η καταστολή της από τον Τίτο το 70 μ.Χ. Στην περίπτωση του Βυζαντίου τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα: η αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης βρέθηκε αντιμέτωπη με άλλες ισχυρές και αντίθετες οικουμενικές δυνάμεις: την Περσία αρχικά, το Χαλιφάτο και το φραγκικό κράτος μετέπειτα. Βασικό διαχωριστικό στοιχείο υπεροχής του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους παραμένει συνεπώς η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ενώ ο όρος έθνος και εθνικός τείνει να αναφέρεται στην προ-Χριστού ανθρωπότητα δηλ. στην ειδωλολατρεία και όχι απλά εξαλείφεται αλλά αποκτά αρνητική χροιά. Στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να υποκαταστήσουν τους Βυζαντινούς ανταγωνιστές τους στη μάχη για το ποιος εκπροσωπεί πληρέστερα την πολιτιστική κι πολιτική κληρονομιά της Ρώμης οι Ευρωπαίοι ηγέτες του Μεσαίωνα θα παραμερίσουν με τη σειρά τους το έθνος και θα αντλήσουν την πολιτική και ηθική τους νομιμοποίηση από την θεϊκή ευαρέσκεια και την στέψη τους από τον Πάπα της Ρώμης, που αναδεικνύεται έτσι σε ηγεμονική δύναμη της ηπείρου ως και την εποχή της Αναγέννησης. Έκτοτε, και μετά την σαρωτική επίδραση της Μεταρρύθμισης, οι Ευρωπαίοι βασιλείς θα νομιμοποιούν την εξουσία τους στην δυναστική νομιμότητα -που πάλι όμως εδράζεται στην θεία παραχώρηση των εδαφών ποικίλων λαών σε ένα βασιλιά.
Συμπέρασμα δεύτερο: η εθνική ιδεολογία όταν έπαυε να είναι χρήσιμη για τους κρατούντες ωθούνταν στο περιθώριο και άλλες ιδέες αναλάμβαναν την ενοποίηση των εδαφών και των λαών των μεγάλων δυνάμεων της εποχής.
Η ανατροπή και η επαναφορά του έθνους οφείλεται και αυτή όπως πολλές άλλες εξελίξεις στη γαλλική επανάσταση. Με την ανατροπή του ελέω Θεού μονάρχη οι Γάλλοι επαναστάτες χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν εκτός από τα πεδία των μαχών και στο πεδίο της ιδεολογίας τους αριστοκράτες και μοναρχικούς αντιπάλους τους όπως αυτοί συσπειρώνονταν κατά κύριο λόγο γύρω από την πολυεθνική αψβουργική αυτοκρατορία. Ο εθνικισμός έγινε λοιπόν μετά τις ιδέες της Δημοκρατίας και της Επανάστασης κύριο σύνθημα και προπαγανδιζόμενη από τα γαλλικά στρατεύματα ιδέα. Με την κατάργηση της γαλλικής δημοκρατίας η ιδέα του έθνους θα μείνει μόνο αλλά ισχυρό λάβαρο στα χέρια του Ναπολέοντα καθ’ όλη τη διάρκεια των πολέμων που θα διεξάγει ο φιλόδοξος Κορσικανός. Πράγματι μπορούμε να πούμε πως οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, τουλάχιστον κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Βοναπάρτη αποτελούσαν και τους πρώτους “εθνικούς πολέμους” με τους αντιμαχόμενους να αξιοποιούν όλοι την εθνική ιδέα για να κινητοποιήσουν τους λαούς τους ( η Γαλλία το έπραξε από το 1806, η Αυστρία το 1809, η Ρωσία το 1812, η Πρωσία το 1813-14). Η εθνική ιδέα όμως εξετράπη γρήγορα σε εθνικιστική προπαγάνδα καθώς ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στη λογική της υπεράσπισης του πατρώου εδάφους (η ρωσική αντίσταση το 1812 αποτελεί μία από τις λίγες εξαιρέσεις) αλλά επρόκειτο για σύγκρουση ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που αγωνίζονταν για την κυριαρχία του κόσμου. Το αποτέλεσμα της κινητοποίησης τόσων ανδρών μέσα από την ιδιαίτερα αποτελεσματική εθνικιστική ρητορεία -που απαιτούσε την εξάλειψη του αντίπαλου έθνους- ήταν 6.000.000 νεκροί, ο μεγαλύτερος ως τότε αριθμός πολεμικών απωλειών σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Συμπέρασμα τρίτο: οι ηγετικές τάξεις διαπίστωσαν πως η εθνική ιδέα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να κινητοποιήσει ένα λαό στον πόλεμο πολύ περισσότερο από την πίστη ή από την νομιμότητα.
Αλλά η εθνικιστική προπαγάνδα και η ιδέα της επέκτασης των κρατικών συνόρων ώστε αυτά να ανταποκρίνονται στα εθνικά είχε την πιο καταστρεπτική εφαρμογή της στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ίδια η αφορμή του αποτελούσε απότοκο της προσπάθειας ενός έθνους (του σερβικού) να αποτρέψει την αφομοίωση των “αλύτρωτων αδελφών του” από μία μεγάλη δύναμη (Αυστροουγγαρία). Είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε εδώ πως οι δολοφονικές σφαίρες του Σέρβου φοιτητή δεν στράφηκαν κατά κάποιου από τους τότε “ιέρακες” του αψβουργικού κατεστημένου, όπως ο Κ. Φοβ Χέτζεντόρφ που για χρόνια πρότεινε την άμεση κήρυξη πολέμου στη Σερβία και την καταστροφή του σλαβικού πληθυσμού εντός της αυτοκρατορίας, αλλά κατά του διαδόχου του θρόνου Φραγκίσκου-Φερδινάρδου που είχε θέσει σαν πρόγραμμά του την αναδιάρθρωση της μοναρχίας με την παραχώρηση ομοσπονδιακής αυτονομίας και στους Σλάβους πολίτες, όμοιας με αυτή που απολάμβαναν Αυστριακοί και Ούγγροι.
Συμπέρασμα τέταρτο: η εθνική ιδέα έφτασε στις αρχές του 20ου αιώνα να τυφλώσει την κρίση και των ίδιων των υποστηρικτών της αλλά και στράφηκε εν τέλει εις βάρος των συμφερόντων των πληθυσμών που ήθελε να βοηθήσει.
Το σοκ των 14 .000.000 νεκρών σε μία Ευρώπη ειρηνική σχεδόν απόλυτα από το 1815 δεν μπορούσε να αγνοηθεί και δαιμονοποίησε την έννοια του έθνους στα μάτια πολλών Ευραπαίων. Χρειάστηκαν η επίκληση των ιδεωδών της δυτικής δημοκρατίας, του νοσηρού οράματος του εθνικοσοσιαλισμού και της κομμουνιστικής ουτοπίας για να πολεμήσουν τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο το σύνολο των λαών της ανεπτυγμένη κοινωνικά και μορφωτικά δυτικής και κεντρικής Ευρώπης. Παρά τις εθνικές διαφορές του Μεσοπολέμου οι λαοί είχαν αντιληφθεί πως οι εθνικές διεκδικήσεις οδηγούσαν αναπόφευκτα σε μαζικές σφαγές, και ήταν αρκούντως απρόθυμοι να θυσιάσουν ένα καλό βιοτικό επίπεδο για να λύσουν εθνικές διαμάχες. Η πλειοψηφία των λαών της Ευρώπης άλλωστε πολέμησε είτε με την παρότρυνση μίας γενικής ιδέας (δημοκρατία, κομμουνισμός, φασισμός) είτε υπό τη πίεση μίας ξένης επίθεσης (όπως η περίπτωση της Φιλανδίας και της Ελλάδος), με κριτήρια δηλ είτε ιδεολογικά είτε επιβίωσης. Τα ίδια κριτήρια θα παίξουν κύριο ρόλο και στην ψυχροπολεμική σύγκρουση, με τον εθνικισμό να στοιχειώνει και τα δύο στρατόπεδα αλλά να εξορκίζεται επίσημα σε Ανατολή και Δύση.
Συμπέρασμα πέμπτο: η εθνική ιδέα ταυτίστηκε με ένα καταστρεπτικό πόλεμο και την ακόμα καταστρεπτικότερη συνέχισή του 20 χρόνια αργότερα. Αποτέλεσμα της φθοράς του ήταν η αντικατάστασή του από άλλες ιδεολογίες ενοποιητικές συνασπισμών και ανθρώπων.
Στην καθ’ ημάς Βαλκανική ο εθνικισμός έδειξε το πλέον απαίσιο πρόσωπό του ευθύς μόλις οι προς αντικατάσταση αυτού δημιουργηθείσες ιδεολογίες κατέρρευσαν. Με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού τα κομμουνιστικά κράτη (Αλβανία, Ρουμανία, Βουλγαρία) βρέθηκαν χωρίς πειστικό αφήγημα που να συνενώνει τους λαούς τους, η Ελλάδα και η Τουρκία (σε αντιπαλότητα μεταξύ τους από το 1955) ένιωσαν να αίρεται η μόνη απειλή που τις συγκρατούσε από την ανοιχτή αντιπαράθεση και τέλος η Γιουγκοσλαβία που αυτοπροσδιορίζονταν σαν όαση ανεξαρτησίας σε ένα ταραγμένο κόσμο έπαψε να έχει στα μάτια των ίδιων των κατοίκων της λόγο ύπαρξης-με συνέπεια την αυτοδιάλυσή της σε ένα τραγικό πόλεμο, που έφερε στην Ευρώπη μνήμες άλλων εποχών. Όλες οι χώρες της περιοχές παρέμεναν μέχρι και το 1990 φτωχές (με αξιοσημείωτη αλλά όχι διαρκή εξαίρεση την Ελλάδα) και με μικρές προοπτικές ανάπτυξης, ενώ τα πολιτεύματα της περιοχής είχαν μικρή σχέση με τη δυτική δημοκρατία.
Συμπέρασμα τελευταίο: η ιδέα της εθνικής διάκρισης, του έθνους σαν συλλογικό αφήγημα που μας ενώνει απέναντι στον άλλο είναι επίμονη, αναδύεται ευθύς αμέσως προκύψει ιδεολογικό κενό ή ανάγκη, επωφελούμενη και από την διάχυτη οικονομική δυσπραγία και την καχεξία των θεσμών αντιπροσώπευσης.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΕΛΙΚΟ: η ιδέα του έθνους δεν ξεκίνησε σαν κάτι αρνητικό, παρά το ότι, στην αρχική του εκδοχή στην αρχαιότητα και στην επανεμφάνισή του τον 18ο αιώνα, προϋποθέτει την διαίρεση των ανθρώπων σε ομάδες που η μία μάχεται την άλλη. Το έθνος αναμφισβήτητα συντέλεσε στην ανθρώπινη πρόοδο, κυρίως μέσα από την αντιπαράθεσή του με κρατούσες μορφές καταπίεσης του ανθρώπου, κυρίως δηλ. την απολυταρχία, αρχαία και σύγχρονη. Η αρνητική του φόρτιση ξεκίνησε με την κατάχρησή του από τις κυβερνώσες αριστοκρατικές ή αστικές ελίτ, που βρήκαν στην εθνική ιδεολογία το νέο όχημα προώθησης των διαιρέσεων που τις συνέφεραν. Και αυτή η χρήση της και σήμερα ως μέσο για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπιμοτήτων είναι που εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους.
“Δηλαδή να μην αγαπώ την πατρίδα μου;” Θα ρωτήσει κάποιος. Σαφώς και η αγάπη προς την πατρίδα δεν πρέπει να ιδωθεί αρνητικά. Το θέμα είναι πως μπορώ να ωφελήσω την πατρίδα μου καλύτερα: μέσα από τη σύγκρουση ή τη συνεργασία με τους γύρω; Μέσα από την οικονομική ή την στρατιωτική ανάπτυξη; Η απάντηση νομίζω σήμερα έρχεται αυτονόητα: όπως τον 19ο αιώνα το έθνος χρειαζόταν στρατιώτες σήμερα χρειάζεται επιστήμονες, και ανθρώπους παραγωγικούς και συνεπείς, χρειάζεται οικονομική και τεχνολογική πρόοδο και όχι κανόνια. Μόνη διαφορά πως σήμερα το έθνος -και το ελληνικό κυρίως -δεν θα ωφεληθεί από μία αντιπαράθεση με τους γύρω του. Αντίθετα, αυτό που η πατρίδα μας και κάθε πατρίδα στον κόσμο έχει απεγνωσμένα ανάγκη είναι ειρήνη και πρόοδο, οικονομική και τεχνολογική αλλά και ηθική. Και η γενιά μας είναι τυχερή γιατί πρώτη φορά οι ανάγκες κάθε πατρίδας συμπίπτουν με τις ανάγκες όλων των άλλων αλλά και αυτές του ατόμου.